Απόστολος της Κυριακής του Θωμά

Απόστολος της Κυριακής του Θωμά

Κυριακή του Θωμά – Τά ἐγκαίνια τῆς ἑορτῆς τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως καί ἡ τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ σωτήριος ὁμολογία, Γεωργίου μεγαλομάρτυρος τοῦ τροπαιοφόρου.

Προκείμενον. Ἦχος βαρύς
Εὐφρανθήσεται δίκαιος ἐν τῷ Κυρίῳ.
Στίχ. Εἰσάκουσον, ὁ Θεός, τῆς φωνῆς μου.

Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας. Ἀνεῖλε δὲ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωάννου μαχαίρᾳ. Καὶ ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς ᾿Ιουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καὶ Πέτρον· ἦσαν δὲ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων· ὃν καὶ πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδοὺς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετὰ τὸ Πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτὸν τῷ λαῷ. Ὁ μὲν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχὴ δὲ ἦν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὅτε δὲ ἔμελλεν αὐτὸν προάγειν ὁ ῾Ηρῴδης, τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν. Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων· Ἀνάστα ἐν τάχει. Καὶ ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν. Εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· Περίζωσαι καὶ ὑπόδησαι τὰ σανδάλιά σου. Ἐποίησε δὲ οὕτω. Καὶ λέγει αὐτῷ· Περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθει μοι. Καὶ ἐξελθὼν ἠκολούθει αὐτῷ, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δὲ ὅραμα βλέπειν. Διελθόντες δὲ πρώτην φυλακὴν καὶ δευτέραν ἦλθον ἐπὶ τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καὶ ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν, καὶ εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ. Καὶ ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῷ εἶπε· Νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλετό με ἐκ χειρὸς ῾Ηρῴδου καὶ πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν ᾿Ιουδαίων.


Απόδοση στη Νεοελληνική

Εκείνο τον καιρό άπλωσε ο βασιλιάς Ηρώδης τα χέρια του και έπιασε μερικούς από τους πιστούς της Εκκλησίας με σκοπό να κακοποιήσει. Εκτέλεσε τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιωάννη, δια μαχαίρας. Και βλέποντας ότι αυτό ήταν αρεστό στους Ιουδαίους, αποφάσισε να συλλάβει και τον Πέτρο. Ήταν τότε οι ημέρες των αζύμων. Συλλαμβάνοντας των Πέτρο τότε, τον έβαλε σε φυλακή και παραδίδοντάς τον σε τέσσερις τετράδες στρατιωτών με σκοπό να τον φυλάσσουν, καθώς ήθελε να τον δικάσει ενώπιον του λαού μετά το Πάσχα. Ο Πέτρος, λοιπόν, φρουρούταν μέσα στην φυλακή, ενώ γινόταν εκτενής προσευχή για αυτόν από τους πιστούς της Εκκλησίας. Όταν θέλησε να τον φέρει στο δικαστήριο ο Ηρώδης, την νύκτα εκείνη, ο Πέτρος βρισκόταν κοιμισμένος μεταξύ δύο στρατιωτών δεμένος με δύο αλυσίδες με επιπλέον φύλακες στην πόρτα να επιτηρούν την φυλακή. Και ιδού που άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε και γέμισε με φως όλο το δωμάτιο. Κτυπώντας την πλευρά του Πέτρου, τον ξύπνησε και του είπε: «Σήκω γρήγορα». Και έπεσαν οι αλυσίδες από τα χέρια του. Είπε έπειτα ο άγγελος προς αυτόν: «Ντύσου με τον χιτώνα σου και δέσε τα σανδάλια σου» και ο Πέτρος όντως έπραξε έτσι. Και είπε ο άγγελος προς αυτόν πάλι: «Ντύσου με το ιμάτιό σου και ακολούθησέ με». Και βγαίνοντας από το δωμάτιο τον ακολούθησε, και δεν γνώριζε ότι ήταν πραγματικό αυτό που συνέβη από τον άγγελο αλλά νόμιζε ότι έβλεπε όραμα. Περνώντας μέσα από την πρώτη φυλακή και την δεύτερη έφτασαν στην σιδερένια πύλη που οδηγούσε προς την πόλη, η οποία άνοιξε από μόνη της. Αφού βγήκαν και οι δύο, πέρασαν έναν δρόμο και αμέσως έφυγε από αυτόν ο άγγελος. Και ο Πέτρος συνήλθε τότε και είπε: «Τώρα κατάλαβα ότι πραγματικά έστειλε ο Κύριος τον άγγελό Του και με γλύτωσε από τα χέρια του Ηρώδη και από κάθε κακό που ετοίμαζε για εμένα ο λαός των Ιουδαίων».

Απόδοση στη Νεοελληνική: Απαρχή

Απόστολος της Κυριακής του Θωμά