Ευαγγέλιο Κυριακής 6.11.2022

Ευαγγέλιο Κυριακής 6.11.2022 - Ευαγγέλιο - Απαρχή

Κυριακή ΚΑ’ (Ζ’ Λουκά) – (Λκ. 8.41-56):

«Θάρσει θυγάτερ, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ…»

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἄνθρωπός τις πρόσηλθε τῷ Ἰησοῦ, ὢ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὕπηρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἢν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὔτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥῦσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τὶς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σῦν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσι σὲ καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τὶς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν ἥψατό μου τίς· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ ἐμοῦ. Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι΄ ἢν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτή· θάρσει θυγάτερ, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεται τὶς παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ μόνον πιστεῦε καὶ σωθήσεται. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. Ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο δι’ αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλῶν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων: ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, Καὶ ἀνέστη παραχρῆμα καὶ διέταξεν αὐτὴ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός».

Κυριακή ΚΑ’ (Ζ’ Λουκά) – (Λκ. 8.41-56):

Εκείνον τον καιρό, ένας άνδρας ονόματι Ιάειρος πλησίασε τον Ιησού. Ήταν μάλιστα άρχοντας της Συναγωγής. Πέφτοντας στα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, διότι είχε μία μοναχοκόρη, περίπου δώδεκα ετών, και αυτή πέθαινε. Καθώς λοιπόν αυτός πήγαινε προς το σπίτι του Ιαείρου, το πλήθος του κόσμου τον «έπνιγε». Μια γυναίκα λοιπόν, που υπέφερε από αιμορραγίες εδώ και δώδεκα χρόνια, η οποία, παρόλο που είχε κατασπαταλήσει όλη την περιουσία της στους γιατρούς, δεν είχε μπορέσει να θεραπευθεί από κανέναν, πλησίασε πίσω του και άγγιξε την άκρη του ιματίου του και, αμέσως, η αιμορραγία της σταμάτησε. Ευθύς, ο Ιησούς είπε: «Ποιος με άγγιξε;». Και καθώς όλοι αρνούνταν ότι τον είχαν αγγίξει, είπε ο Πέτρος και οι μαθητές που βρίσκονταν μαζί του: “Διδάσκαλε, τα πλήθη σε έχουν περικυκλώσει και σε πιέζουν ολόγυρα και εσύ ρωτάς: «Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;»”. Και ο Ιησούς είπε: «Κάποιος με άγγιξε, διότι ένιωσα δύναμη να εξέρχεται από εμένα». Όταν λοιπόν η γυναίκα κατάλαβε ότι δεν πέρασε απαρατήρητη, τρέμοντας ήλθε και, πέφτοντας μπροστά στα πόδια του, του διηγήθηκε ενώπιον όλου του κόσμου την αιτία, για την οποία τον είχε αγγίξει και ότι θεραπεύθηκε αμέσως. Και αυτός της είπε: «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε. Πορεύσου με ειρήνη». Και ενώ μιλούσε ακόμα, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου, λέγοντάς του: «Πέθανε η κόρη σου. Μην βάζεις σε κόπο τον διδάσκαλο». Και ο Ιησούς, όταν άκουσε, του αποκρίθηκε, λέγοντας: «Μην φοβάσαι. Μόνο πίστευε και θα σωθεί». Και όταν πήγε στην οικία, δεν άφησε να εισέλθει μαζί του κανείς, εκτός από τον Πέτρο, τον Ιωάννη, τον Ιάκωβο, τον πατέρα της κόρης και την μητέρα. Όλοι έκλαιγαν και θρηνούσαν γι’ αυτήν. Εκείνος όμως είπε: «Μην κλαίτε. Δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Τον περιγέλασαν, επειδή γνώριζαν ότι είχε πεθάνει. Αυτός όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, κράτησε το χέρι της και φώναξε, λέγοντας: «Κόρη, σήκω». Και επέστρεψε το πνεύμα της και αναστήθηκε αμέσως και διέταξε να της δώσουν να φάει. Εξεπλάγησαν οι γονείς της, εκείνος όμως τους προέτρεψε να μην πουν σε κανέναν το γεγονός.

Ευαγγέλιο Κυριακής 6.11.2022
Απόδοση στη Νεοελληνική: Απαρχή